Ηλιάνα Τσακιρίδου: Ο φόβος και η αγάπη μπορούν να γίνουν φλόγα αντίστασης

Στο Δόξα(sin) η Ηλιάνα Τσακιρίδου καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο ιερό και στο βέβηλο, στο παιχνίδι και στην πίστη, στη σιωπή και στην εξομολόγηση. Με λόγο διεισδυτικό, μιλά για το πώς η εξουσία μπορεί να παραμορφώσει αλλά και να αποκαλύψει, για τη στιγμή που ο φόβος μετατρέπεται σε δύναμη, και για την αγάπη που γίνεται πράξη αντίστασης. Μέσα από την ερμηνεία της αναδεικνύεται όχι μόνο η θεατρική εμπειρία αλλά και το κάλεσμα για προσωπική αφύπνιση.

Το Δόξα(sin) φέρνει στη σκηνή μια ιστορία που γεννήθηκε από σιωπές και μαρτυρίες. Αν σας ζητούσα να το συστήσετε με λίγες λέξεις, ποια είναι η ουσία που θα κρατούσατε;

Η ουσία που δείχνει το Δόξα(sin) είναι ότι η κάθε είδους εξουσία μπορεί να επηρεάσει τον καθένα μας… από ένα 20 χρόνο σε ένα πάρτυ που κρύβεται πίσω από κάποιο πρόσωπο και αποποιείται των ευθυνών του, μέσα από ένα παιχνίδι role playing, μέχρι έναν ιερέα που κρύβεται πίσω από μια θρησκεία -αγάπης για τον άνθρωπο- και δηλώνει ότι έτσι βοηθάει “τους μικρούς πιστούς να μαρτυρήσουν για να πάνε στον παράδεισο”…

Στο Δόξα(sin) ένα γενέθλιο πάρτι μετατρέπεται σε «μοναστήρι». Τι μας λέει αυτή η μεταμόρφωση για τα όρια ανάμεσα στο παιχνίδι και στην πίστη;

Το έργο παίζει ακριβώς με αυτήν τη θολή γραμμή. Ένα παιδί όταν παίζει μεταμορφώνεται πλήρως στον ρόλο του· πιστεύει πως είναι αυτός ο χαρακτήρας, λέει και κάνει πράγματα που έξω από το παιχνίδι δεν θα τολμούσε. Το ίδιο βλέπουμε και εδώ: το πάρτι γίνεται μοναστήρι, κι έτσι το παιχνίδι αγγίζει τα όρια της πίστης. Το έργο μας δείχνει ότι, όπως στο παιχνίδι, έτσι και στην πίστη μπορεί να χαθεί το όριο ανάμεσα στο “φαντάζομαι” και στο “πιστεύω”. Κι αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί η πίστη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόσχημα ή σε ρόλο που καλύπτει εγκλήματα και βία.

Η παράσταση ακουμπά το θέμα της κακοποίησης μέσα στο πλαίσιο της εκκλησίας. Πιστεύετε πως η εξουσία διαφθείρει ή αποκαλύπτει ό,τι υπήρχε ήδη κρυμμένο στον άνθρωπο;

Πιστεύω πως η εξουσία δεν είναι ούτε απόλυτα διαφθειρτική ούτε απλώς καθρέφτης της κρυφής ανθρώπινης φύσης· είναι κάτι πιο σύνθετο: αποκαλύπτει, εντείνει και διαμορφώνει τα ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά, αλλά και δημιουργεί πιέσεις που μπορούν να παραμορφώσουν. Στο έργο βλέπουμε πώς η πίστη, όταν συνδέεται με εξουσία, δίνει κάλυψη σε συμπεριφορές που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα γίνονταν ανεκτές. Άρα δεν είναι μόνο η διαφθορά της εξουσίας, αλλά και το πώς η κοινωνία επιλέγει να σιωπά ή να δικαιολογεί. Όταν μια δομή, όπως η Εκκλησία, συγκεντρώνει ισχύ χωρίς έλεγχο και λογοδοσία, τότε αυτό που είναι κρυμμένο στον άνθρωπο βρίσκει πρόσφορο έδαφος να εκραγεί εις βάρος των πιο αδύναμων. Η εξουσία δεν είναι ουδέτερη· είτε θα λειτουργεί προστατεύοντας και δίνοντας χώρο στη δικαιοσύνη, είτε θα αποκαλύπτει και θα ενισχύει τις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας.

Οι χαρακτήρες σας μοιάζουν να δοκιμάζονται ανάμεσα στο ιερό και στο βέβηλο. Πιστεύετε ότι μπορεί κανείς να σταθεί και στα δύο αυτά άκρα ταυτόχρονα;

Ένας καθηγητής μου στην δραματική σχολή μου είχε πει το εξής “αν το νόμισμα, λέμε ότι, έχει δύο να προτιμάς πάντα την τρίτη, αυτή που το κέρμα ισορροπεί όρθιο”, και εκεί θα σταθώ. Το ιερό και το βέβηλο δεν είναι αντίθετα που αλληλοακυρώνονται· είναι δύο όψεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας. Οι χαρακτήρες μας στέκονται ανάμεσα τους, γιατί εκεί φαίνεται η αλήθεια: στο πώς μια κοινωνία που επικαλείται το ιερό μπορεί να κρύβει μέσα της το βέβηλο. Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξεις πλευρά, αλλά να αντέξεις την ένταση και να τη μετατρέψεις σε πράξη συνείδησης και ευθύνης.

Το έργο θέτει το ζήτημα της συνενοχής. Για εσάς, πότε ο θεατής γίνεται συνένοχος; Την ώρα που σωπαίνει ή την ώρα που παρακολουθεί;

Η στιγμή της συνενοχής δεν είναι μπροστά στη σκηνή· είναι όταν βγαίνεις από την αίθουσα και δεν αλλάζεις τίποτα στη ζωή σου. Αν δέχεσαι να σιωπάς μετά, τότε έχεις ήδη πάρει θέση.

Η σιωπή έχει σημαντική θέση στην παράσταση. Είναι σιωπή φόβου ή σιωπή που προετοιμάζει την εξομολόγηση;

Η σιωπή είναι φόβος μόνο όταν μένει φόβος· αλλιώς γίνεται η σπίθα που ανοίγει τον δρόμο για την εξομολόγηση. Υπάρχουν στιγμές που οι ήρωες σωπαίνουν γιατί δεν αντέχουν, αλλά και στιγμές που σωπαίνουν για να πάρουν δύναμη και να μιλήσουν. Αυτή η διττότητα της σιωπής είναι που μας καίει: είναι άλλοτε το σύμπτωμα της συνενοχής κι άλλοτε η αρχή της εξομολόγησης. 

Αν η πίστη είναι μείγμα αγάπης και φόβου, ποιο από τα δύο νιώσατε πιο έντονα να σας ακολουθεί πάνω στη σκηνή;

Στο έργο της η Σοφία Αλεβιζάτου έχει γράψει την εξής, ας το πούμε, διαλογική στιχομηθεία: 

Κλειώ- Η αγάπη είναι κόκκινη, πώς το λέμε αλλιώς , κυλάει, σαν ποτάμι!

Ηλιάνα- Σαν το αίμα

Κλειώ- Όχι, δεν μου αρέσει το αίμα φοβάμαι όταν χτυπάω.

Πολυξένη- Η πίστη και η αγάπη , προέρχονται από τις πληγές Κλειώ μου.

Οπότε αν βάλουμε ότι “ η αγάπη είναι κόκκινη, κυλάει σαν το αίμα”…Η Ηλιάνα κουβαλά τον φόβο από την πρώτη στιγμή: φόβο που της επιβάλλεται, που τη διαλύει, που την κάνει να υποταχθεί. Αναγκάζεται να γίνει θύτης μέσα σε ένα σύστημα που δεν αφήνει κανέναν αθώο. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, υπάρχει και η αγάπη – όχι η αγάπη της υποταγής, αλλά η αγάπη που γίνεται φλόγα: αγάπη για τα παιδιά που έρχονται, για όσες και όσους δεν έχουν φωνή, για την ίδια τη ζωή που αξίζει να προστατευτεί. Όταν βλέπει πως δεν υπάρχει πια ελπίδα μέσα στους θεσμούς, πως τα “μεγάλα κεφάλια” είναι αλώβητα, τότε καταλαβαίνει πως μόνο η φωτιά μπορεί να μιλήσει. Το να κάψει το μοναστήρι είναι πολιτική πράξη: η άρνηση να συνεχίσει να ζει μέσα σε ένα ψέμα, η εξέγερση απέναντι σε μια εξουσία που σφετερίζεται τον Θεό για να επιβάλει τον φόβο. Είναι το σημείο όπου ο φόβος και η αγάπη γίνονται ένα: ο φόβος που μετατρέπεται σε δύναμη και η αγάπη που γίνεται αντίσταση. 

Μετά από μια παράσταση που ακουμπά τόσο βαθιά στις πληγές και στις αλήθειες, ποια όνειρα ή σχέδια νιώθετε ότι σας περιμένουν στον δρόμο που ανοίγεται μπροστά σας;

Ποτέ δεν μπορείς να “νιώσεις”, γιατί υπάρχει ο φόβος της απογοήτευσης που είναι για μένα ο χειρότερος εχθρός του ενεργού καλλιτέχνη. Οπότε επιλέγω να πράττω ,να πιάνομαι από δημιουργικά projects και ο,τι έρχεται στον δρόμο μας ευπρόσδεκτο, θα το αντιμετωπίσουμε ανάλογα. Μετά από μια τέτοια παράσταση μένεις στο τώρα, στο με τι πράγμα διαπραγματεύομαι, την σημαντικότητά του, και άλλα διάφορα πράγματα που μπορεί να σου ξυπνήσει. Το θέατρο, ο κινηματογράφος και όλες οι τέχνες είναι χώροι έκφρασης, χώροι όπου οι πληγές μπορούν να μιληθούν και η φωνή να σπάει. Έτσι ένας από τους στόχους μου αυτή την στιγμή, είναι το Δόξα(sin) ταξιδέψει, να επικοινωνηθεί, να αφυπνίσει και να εμπνεύσει, όπως έκανε και με εμένα.

Σχολιάστε