Σοφία Δημοπούλου: Οι αναγνώστες είναι ο πιο πολύτιμος «καθρέφτης» για έναν συγγραφέα

Η συγγραφέας Σοφία Δημοπούλου μιλά στο othernews.gr και στη Θεοδώρα Απότα για το νέο μυθιστόρημά της με τίτλο «Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω», την αντοχή της αγάπης, τη δύναμη της συμφιλίωσης και το «ταξίδι» της ανάγνωσης.

Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα κοινωνικο-ιστορικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην περιοχή του «Ρουμλουκιού», του Ρωμιότοπου της Ημαθίας, στα χωριά γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών. Είναι η ιστορία δύο παιδιών, του Νάσιου και της Λισσάβως, που μεγαλώνουν στον τόπο αυτό, αγαπώντας το ένα το άλλο. Μαζί περνούν όλες τις κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές, που επηρεάζουν και τη δική τους σχέση. Όταν ενηλικιώνονται, η ζωή και η δίνη της Ιστορίας τα χωρίζει, οι δυο τους όμως διαρκώς ποθούν την ένωσή τους. Το βιβλίο, μέσα από μια πλούσια πλοκή, ξετυλίγει με αφορμή τον έρωτα των δύο νέων αυτών ανθρώπων, την Ιστορία της Ελλάδας από το 1911, λίγο μετά τον Μακεδονικό Αγώνα, ως το 1995.

Τι σας έκανε να ξεκινήσετε τη συγγραφή του;

Αρκετά χρόνια πίσω, σε έναν πολιτιστικό σύλλογο όπου παρακολουθούσα μαθήματα παραδοσιακών χορών, «συνάντησα» τη Λισσάβω, στην οποία ήταν αφιερωμένο ένα τραγούδι του Ρουμλουκιού, του Ρωμιότοπου της Ημαθίας. Ο τίτλος του ήταν «Της Λισσάβως». Καθώς ο δάσκαλος μας δίδασκε τα βήματα, ο νους μου σχημάτιζε την κεντρική ηρωίδα του βιβλίου μου. Την κράτησα στο νου μου, μέχρι που μια όμορφη ερωτική ιστορία που έπεσε στην αντίληψή μου, της έδωσε την ευκαιρία να ζωντανέψει στις σελίδες του μυθιστορήματος. Το «Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω» είναι ένα ταξίδι ανακάλυψης, συμφιλίωσης και ανατροπών. Με φόντο έναν τόπο γεμάτο μνήμες, όπου το παρελθόν και το παρόν συγκρούονται, το βιβλίο φωτίζει θέματα όπως η ταυτότητα, η απώλεια και η δύναμη της αγάπης.

Αντέχει η αγάπη;

Η αγάπη αντέχει όταν είναι αληθινή, αλλά δεν μένει αλώβητη. Δοκιμάζεται από τον χρόνο, τις αποστάσεις, τα μυστικά και τους φόβους μας. Στο βιβλίο «Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω», εξερευνώ ακριβώς αυτή τη δύναμη και τις αντοχές της αγάπης: πώς οι σχέσεις μας με τους άλλους – οικογένεια, φίλους, συντρόφους – μπορούν να αντέξουν τις δοκιμασίες της ζωής και τις δικές μας ατέλειες. Η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα· είναι επιλογή, προσπάθεια και αποδοχή. Αντέχει όταν της δίνουμε χώρο να αναπνέει και την αφήνουμε να εξελίσσεται μαζί μας. Στην ιστορία μου, η αγάπη μπορεί να πληγωθεί, αλλά τελικά αποδεικνύει πως είναι πιο δυνατή από όσα νομίζουμε – αν της το επιτρέψουμε.

(σ.σ. Άντεξε) Και η χώρα.

Η χώρα άντεξε, όπως αντέχουν πάντα οι τόποι που έχουν βαθιές ρίζες και μια ιστορία γεμάτη πληγές, αλλά και στιγμές μεγαλείου. Μέσα στο βιβλίο, η χώρα γίνεται το σκηνικό, αλλά και ο σιωπηλός πρωταγωνιστής. Είναι ο τόπος που κρατά τις μνήμες, τις αλήθειες, αλλά και τα τραύματα των ανθρώπων. Η χώρα άντεξε, γιατί η δύναμή της είναι οι άνθρωποι: οι μικρές καθημερινές τους μάχες, οι επιλογές τους, η επιμονή τους νασυνεχίσουν, ακόμα και όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Όπως και οι ήρωές μου, η χώρα δεν έμεινε αλώβητη, αλλά άντεξε γιατί έμαθε να μεταμορφώνει τις πληγές της σε ελπίδα και δημιουργία.

Ποια αίσθηση αφήνει στον αναγνώστη το βιβλίο;

Το βιβλίο αφήνει στον αναγνώστη μια γλυκόπικρη αίσθηση: μια ισορροπία ανάμεσα στη νοσταλγία και την ελπίδα. Η ιστορία κουβαλά τη δύναμη της συμφιλίωσης – με τον εαυτό μας, το παρελθόν και τις επιλογές μας. Θέλω ο αναγνώστης να νιώσει ότι η ζωή, ακόμα κι αν είναι γεμάτη ανατροπές και απώλειες, έχει πάντοτε χώρο για αγάπη, συγχώρεση και νέα ξεκινήματα. Αφήνει μια αίσθηση ενδοσκόπησης, μια ανάγκη να αναρωτηθεί κανείς για το τι είναι πραγματικά σημαντικό, αλλά και μια ανακούφιση ότι οι πιο βαθιές μας πληγές μπορούν να γίνουν πηγή δύναμης.

Τι μηνύματα λαμβάνετε από τους αναγνώστες σας; Υπάρχει κάποιο που να σας «άγγιξε» πιο πολύ από άλλα;

Οι αναγνώστες είναι ο πιο πολύτιμος «καθρέφτης» για έναν συγγραφέα, και τα μηνύματα που λαμβάνω μου δίνουν δύναμη και χαρά. Πολλοί μου γράφουν ότι αναγνώρισαν τον εαυτό τους ή κάποιον δικό τους άνθρωπο μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ότι ένιωσαν πως κάποιος αφηγείται τις δικές τους σκέψεις και συναισθήματα. Αυτή η ταύτιση είναι για μένα η μεγαλύτερη επιβεβαίωση ότι η ιστορία αγγίζει την καρδιά του αναγνώστη. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο μήνυμα που με συγκίνησε βαθιά. Μια αναγνώστρια μου έγραψε πως το βιβλίο την ώθησε να μιλήσει ξανά με τον πατέρα της, με τον οποίο είχαν χρόνια αποξενωθεί. Μου περιέγραψε πώς οι σελίδες τούς έκαναν να θυμηθούν τις ρίζες τους, να ξαναβρούν το νήμα που τους έδενε. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει σαν γέφυρα στις ζωές των ανθρώπων, και αυτή είναι μια εμπειρία που θα θυμάμαι πάντα.

Το βιβλίο παραμένει σταθερή αξία κι έχω την εντύπωση ότι παρά την ψηφιακή του μετάβαση, το γύρισμα της κάθε του σελίδας μας συναρπάζει περισσότερο… Τι λέτε;

Συμφωνώ απόλυτα. Το βιβλίο, είτε σε φυσική είτε σε ψηφιακή μορφή, παραμένει μια σταθερή αξία, ένας αναντικατάστατος συνοδοιπόρος που μας ταξιδεύει, μας συγκινεί και μας εμπνέει. Παρ’ όλο που η τεχνολογία έχει αλλάξει τον τρόπο που διαβάζουμε, η μαγεία του να κρατάς ένα βιβλίο στα χέρια σου, να μυρίζεις το χαρτί, να γυρίζεις τις σελίδες και να παρακολουθείς την ιστορία να ξεδιπλώνεται μπροστά σου, είναι μοναδική. Το γύρισμα της κάθε σελίδας δεν είναι απλώς μια μηχανική κίνηση· είναι ένα ταξίδι, μια γλυκιά ανυπομονησία για το τι θα συμβεί παρακάτω. Ενεργοποιεί τη φαντασία και δημιουργεί μια προσωπική σύνδεση με το βιβλίο – σαν να χτίζεις μια σχέση με την ιστορία και τους χαρακτήρες. Από την άλλη, η ψηφιακή μετάβαση διευκολύνει την πρόσβαση στο διάβασμα και φέρνει τα βιβλία πιο κοντά σε νέες γενιές αναγνωστών, κάτι που είναι σπουδαίο. Αλλά η αίσθηση του τυπωμένου βιβλίου, το φυσικό του βάρος και η υφή του, παραμένουν μια εμπειρία που δύσκολα αντικαθίσταται. Το βιβλίο δεν είναι απλώς το περιεχόμενό του· είναι και η αίσθηση που σου αφήνει να το κρατάς στα χέρια σου.

«Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω»

Ρουμλούκι Ημαθίας, 1911. Τότε ξεκινά η ιστορία του Νάσιου και της Λισσάβως. Τα δυο παιδιά θα ζήσουν μαζί το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στην ελεύθερη Ελλάδα. Η ζωή θα τους χωρίσει, όμως η αγάπη τους, άφθαρτη στον χρόνο, δεν έχει πει την τελευταία της λέξη…  

Η Σοφία Δημοπούλου επιστρέφει με το έκτο της βιβλίο, «Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω», το οποίο κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ένα δυνατό μυθιστόρημα για τον έρωτα, τη φιλία, τη δύναμη μιας ιδέας, την περιπέτεια, όχι μόνο δύο εραστών, αλλά και μιας χώρας, της Ελλάδας, μέσα στο πέρασμα του χρόνου. 

Όπως σημειώνει η συγγραφέας: «Αυτό το βιβλίο ξεπήδησε από την δική μου αγάπη για τη Δυτική Μακεδονία, έναν τόπο με τον οποίον με συνδέουν άσβεστοι συναισθηματικοί δεσμοί και όπου πάντα νοερά θα επιστρέφω. H ιδέα ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, τότε που μαθαίνοντας παραδοσιακούς χορούς σ’ έναν λαογραφικό Σύλλογο, ήρθα σε επαφή με το τραγούδι “Της Λισσάβως” και μέσα από αυτό γεννήθηκε η κεντρική ηρωίδα, που μου υπαγόρευσε τον τόπο και το χρόνο. Κι όταν συνάντησε το Νάσιο, η ιστορία της είχε ήδη αρχίσει.»

Ταυτότητα βιβλίου

Τίτλος: Καλύτερα να σ’ έλεγαν Λισσάβω
Συγγραφέας: Σοφία Δημοπούλου
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Είδος: Μυθιστόρημα
Σελίδες: 408
Δείτε ένα βίντεο για το βιβλίο εδώ: https://bit.ly/33AEah9

Λίγα λόγια… 

… για το βιβλίο

Ο Νάσιος και η Λισσάβω μεγαλώνουν στο Νησί, ένα χωριό του Ρουμλουκιού, του Ρωμιότοπου της Ημαθίας, κοντά στη λίμνη των Γιαννιτσών. Η ιστορία τους ξεκινά το 1911, όταν ακόμα ο τόπος τους είναι υπόδουλος στους Τούρκους.

Τα δυο παιδιά θα ζήσουν μαζί τη μετάβαση από την Τουρκοκρατία στην ελεύθερη Ελλάδα, αλλά οι κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και ένας κυκεώνας γεγονότων σύντομα θα τους χωρίσουν. Όμως ο έρωτας φαίνεται πως έχει το πάνω χέρι: Ούτε η ξενιτιά, ούτε οι πόλεμοι, ούτε οι προσωπικοί λαβύρινθοι, ούτε ακόμα κι αυτή η φυλακή δεν καταφέρνουν να σταματήσουν την επιθυμία και το όνειρο. Κι όταν τα χρόνια περνούν κι η Λισσάβω γίνεται Λίζα, ο Νάσιος αντιλαμβάνεται πως όλα έχουν αλλάξει· τόποι, ιδέες, πολιτική, ήθη, χαρακτήρες. Και με όλα τα μυστικά που τον βαραίνουν, το όνειρό του είναι να ενωθεί μαζί της, έστω και αργά.

Πώς θα καταφέρει να σταθεί, όμως, εμπρός της αγνός έπειτα από όσα τον έχουν στιγματίσει;
Πότε θα καταφέρει να αφομοιώσει μέσα του το μυστικό που μόνο εκείνος κατέχει;

… για τη συγγραφέα

Η Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, έχοντας ολοκληρώσει το πρόγραμμα «Δημιουργική ανάγνωση και γραφή της πεζογραφίας» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Έχει γράψει άλλα πέντε μυθιστορήματα: Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει (2012), Άλμα θα πει ψυχή (2013), Σε σωστή ώρα νυχτώνει (2014), Η ζωή απέναντι (2016), Πώς Υφαίνεται ο Χρόνος (2019), ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ηλεκτρονικά μέσα (themachine.gr, fractalart.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες. Περισσότερες πληροφορίες για την ίδια θα βρείτε στην προσωπική της ιστοσελίδα:

http://www.sophiadimopoulou.gr 

Σχολιάστε